Έρωτας

Αν κάποιος μπορεί να πιστέψει τα Χειρόγραφα του 1844 του Μαρξ, «η πιο φυσική σχέση μεταξύ ανθρώπων είναι η σχέση μεταξύ άνδρα και γυναίκας». Αυτή η formula μπορεί να γίνει κατανοητή και να εφαρμοστεί αρκεί να έχουμε υπόψη ότι η ιστορία του ανθρώπου είναι αυτή της χειραφέτησής του από τη φύση με τη δημιουργία της οικονομικής σφαίρας. Η ιδέα ότι ο άνθρωπος είναι αντι-φυσικός, εντελώς ξένος ως προς τη φύση, είναι καθαρός παραλογισμός. Η φύση του ανθρώπου αφορά τόσο ένα βιολογικό δεδομένο – είμαστε πρωτεύοντα θηλαστικά – όσο και τη δραστηριότητα του ως άνθρωπος να τροποποιεί αυτό το βιολογικό δεδομένο κι ότι τον περιβάλλει.

Ο άνθρωπος δεν είναι έξω από τις φυσικές συνθήκες εφόσον είναι μέρος τους. Θέλει όμως να τις κατανοήσει και έχει αρχίσει να παίζει μαζί τους. Μπορεί κανείς να μελετήσει τους λόγους για τους οποίους ο άνθρωπος άρχισε να πειραματίζεται με το περιβάλλον (σε ποιο βαθμό αυτό ήταν αποτέλεσμα των δυσκολιών επιβίωσης, ιδιαίτερα στις εύκρατες περιοχές, κτλ) αλλά ένα είναι σίγουρο: μεταμορφώνοντας το περιβάλλον του κι έπειτα με τη σειρά του υποκείμενος σε μεταμόρφωση από αυτό, ο άνθρωπος έχει τοποθετήσει τον εαυτό του σε μια θέση ριζικά διαφορετική από κάθε άλλη γνωστή κατάσταση της ύλης. Η ικανότητα να παίζει σε κάποιο βαθμό με τους νόμους της ύλης, απαλλαγμένος από τις μεταφυσικές προκαταλήψεις, είναι ακριβώς αυτή που συνιστά την ανθρώπινη ελευθερία. Στερημένος από αυτήν την ελευθερία– εφόσον χρησιμοποιήθηκε για να τροφοδοτήσει την οικονομία – που ο ίδιος δημιούργησε, ο άνθρωπος πρέπει τώρα να την επανακατακτήσει χωρίς να εξαπατά τον εαυτό του σχετικά με το τι είναι η ελευθερία. Δεν είναι ούτε η ελευθερία του απελευθερωμένου και συνεχώς διογκούμενου πόθου, ούτε η ελευθερία να ακολουθεί (ποιος θα μπορούσε να βγάλει άκρη άλλωστε;) τις προσταγές της Μητέρας Φύσης. Δε θα έπρεπε επίσης να τεθεί κανένας περιορισμός στην ελευθερία του, να παίζει με τους κανόνες της ύλης- είτε κάποιος μιλάει για την αλλαγή της ροής ενός ποταμού είτε για τη σεξουαλική χρήση μίας οπής που δεν είναι από τη φύση «προορισμένη» γι’ αυτό το σκοπό. Τελικά, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι το να ρισκάρεις είναι η μόνη εγγύηση ελευθερίας.

Εφόσον η ανθρώπινη ελευθερία πρέπει να κατέχει πλήρως τα ηνία, μία κριτική των ανθρώπινων ηθών δεν πρέπει να καταδεικνύει τη μία ή την άλλη πρακτική ως σύμβολο υποβάθμισης. Εχει γραφεί ότι στο σύγχρονο κόσμο η ελευθερία, όπως ταιριάζει στα κοινωνικά ήθη, περιορίζεται στην δραστηριότητα του αυνανισμού (μόνος ή με έναν ή και περισσότερους συντρόφους). Το να περιορίζεται κάποιος σε αυτό, σημαίνει ότι παρανοεί την ουσία της σεξουαλικής ένδειας. Χρειάζεται να το παιδέψουμε κι άλλο; Το να μαλακίζεσαι μόνος σου θεωρείται πολύ λιγότερο απεχθές και χυδαίο από το να χουφτώνεσαι με κάποιον στο σκοτάδι. Το να διαβάζεις ένα καλό περιπετειώδες μυθιστόρημα πιστεύεται ότι μπορεί να είναι πολύ πιο συναρπαστικό από μία ομαδική περιήγηση. Η πραγματική φτώχεια είναι να ζεις σε έναν κόσμο όπου η περιπέτεια υπάρχει μόνο στα βιβλία. Οτιδήποτε φαντασιώνεται ένα άτομο για ένα άλλο, είτε το κάνει πράξη είτε όχι, δεν είναι αηδιαστικό. Το αηδιαστικό κομμάτι είναι όλες οι προϋποθέσεις που πρέπει να εκπληρωθούν για να βρεθούν δύο άνθρωποι. Όταν, στις προσωπικές αγγελίες, ένας γενειοφόρος άνδρας προσκαλεί την ηλικιωμένη κυρία και τον σκύλο της που μένουν από πάνω για να περάσουν καλά, δεν είναι ούτε τα γένια ούτε το προχωρημένο της ηλικίας, ούτε η κτηνοφιλία που βρίσκουμε αηδιαστικά. Αυτό που είναι πραγματικά αποκρουστικό είναι ότι με τη δημοσίευση της αγγελίας στη Liberation, ο πόθος του γενειοφόρου άνδρα έγινε πεδίο αγοραπωλησιών για ένα ιδιαιτέρως εμετικό ιδεολογικό εμπόρευμα.

Κάποιος που κάθεται μόνος στο δωμάτιό του προσχεδιάζοντας ένα θεωρητικό άρθρο, εφόσον το συγκεκριμένο άρθρο ανταποκρίνεται στην κοινωνική πραγματικότητα και συνδέεται με αυτήν, είναι απομονωμένος από τον συνάνθρωπό του λιγότερο από όσο αν μετακινείται στον υπόγειο ή είναι στη δουλειά. Η ουσία της σεξουαλικής χυδαιότητας και φτώχειας δεν ενυπάρχει στη μία ή στην άλλη σεξουαλική δραστηριότητα, παρόλο που η επικράτηση μίας δραστηριότητας μπορεί να είναι ενδεικτική αυτής της φτώχειας. Θα έπρεπε μάλλον να αποδοθεί στο γεγονός ότι είτε μόνος, είτε με έναν ακόμη άνθρωπο ή δέκα ακόμη ανθρώπους, το άτομο είναι αθεράπευτα διαχωρισμένο από την ανθρωπότητα εξαιτίας των σχέσεων του ανταγωνισμού, της εξάντλησης και της πλήξης. Εξάντληση προκαλούμενη από τη δουλειά, πλήξη με τους ρόλους, πλήξη επίσης με τη σεξουαλικότητα ως διαχωρισμένη δραστηριότητα.

Η σεξουαλική φτώχεια είναι πρώτα και σημαντικότερα απ’ όλα οι κοινωνικοί περιορισμοί – ο καταναγκασμός της μισθωτής εργασίας και η νοσηρή μεμψιμοιρία για τις ψυχολογικές και φυσιολογικές κακουχίες – οι οποίοι υπάρχουν σε μία σφαίρα που παρουσιάζεται από τη κυρίαρχη κουλτούρα και την αντι-κουλτούρα της ως ένας από τους τελευταίους φραγμούς σε έναν κόσμο όπου η περιπέτεια είναι ακόμα πιθανή. Η σεξουαλική φτώχεια είναι επίσης, στο βαθμό που η καπιταλιστική και ιουδαιοχριστιανική κοινωνία επιβάλλεται πάνω στον άνθρωπο, η προφανής αδυναμία του ανθρώπου μπροστά σ’ αυτό που ο δυτικός πολιτισμός έχει διαμορφώσει ως σεξουαλικότητα.

Από το στωικισμό, την κυρίαρχη κοσμοθεωρία της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, ο χριστιανισμός υιοθέτησε τη δίπτυχη ιδέα ότι από τη μία η σεξουαλικότητα είναι η βάση όλης της ηδονής και, από την άλλη ότι μπορεί και πρέπει να υπόκειται σε έλεγχο. Οι ανατολικές κουλτούρες, με μία ανοιχτή επιβεβαίωση της σεξουαλικότητας (και όχι μόνο στην κρεβατοκάμαρα) τείνουν σε έναν παν-σεξουαλισμό όπου η συνουσία πρέπει βεβαίως να υπόκειται σε έλεγχο αλλά με τον ίδιο τρόπο όπως όλα τα υπόλοιπα – δεν κατέχει καμία ιδιαίτερη θέση. Η δυτική κουλτούρα δεν κακομεταχειρίζεται τη σεξουαλικότητα με το να την ξεχνάει αλλά με το να μη σκέφτεται τίποτα άλλο. Τα πάντα έχουν γίνει σεξουαλικά. Ο ενθουσιασμός για το σεξ και η οργάνωσή του από την ιουδαιοχριστιανική κοινωνία είναι πολύ τρομακτικότερα από την καταπίεση και την καταστολή του σεξ. Η δυτική κουλτούρα έχει ανάγει το σεξ όχι μόνο στην κρυμμένη αλήθεια της φυσιολογικής συνείδησης, αλλά και της τρέλας (υστερίας) επίσης. Στην αρχή της ηθικής κρίσης, ο Freud ανακαλύπτει ότι η σεξουαλικότητα είναι το μεγάλο μυστικό ολόκληρου του κόσμου και κάθε πολιτισμού.

Η σεξουαλική ένδεια είναι μια διαπάλη μεταξύ δύο ηθικών τάξεων, της παραδοσιακής και της σύγχρονης, οι οποίες λίγο πολύ εμφωλεύουν στα σύγχρονα μυαλά και τους αδένες μας. Από τη μία, υποφέρει κάποιος από τους περιορισμούς της παλιάς ηθικής τάξης και της εργασίας, η οποία αποτρέπει κάποιον να πετύχει το μνημειώδες ιδανικό της σεξουαλικής και ερωτικής πληρότητας. Από την άλλη, όσο περισσότερο κάποιος απελευθερώνεται από αυτούς τους περιορισμούς (ή φαντάζεται πως απελευθερώνεται) τόσο περισσότερο αυτό το ιδανικό φαντάζει μη ικανοποιητικό και κενό περιεχομένου.

Μία τάση και η θεαματική της απεικόνιση, αν συνυπολογιστούν, δεν αποτελούν μία ολότητα. Ενώ μία σχετική απελευθέρωση από τα ήθη χαρακτηρίζει την εποχή μας, η παραδοσιακή ηθική τάξη δεν έχει εξαφανιστεί. Απλά δοκιμάστε να είστε απροκάλυπτα παιδόφιλος. Η παραδοσιακή τάξη ακόμα λειτουργεί και θα συνεχίσει, για μία μεγάλη μερίδα του παγκόσμιου πληθυσμού στα βιομηχανοποιημένα έθνη, να λειτουργεί για πολύ καιρό. Σε πολλά μέρη του κόσμου ( Ισλάμ, χώρες του ανατολικού μπλοκ), είναι ακόμα επικρατέστερη και επιβλαβής. Ακόμα και στη Γαλλία, οι αντιπρόσωποί της (κληρικοί της Ρώμης και της Μόσχας) είναι κάθε άλλο παρά αδρανείς. Το μέγεθος των δεινών που προκαλούνται από τα αδικήματά τους είναι τόσο μεγάλο που κανείς δε θα μας απαγόρευε να τους αποκηρύξουμε στο όνομα του γεγονότος πως το κεφάλαιο είναι αυτό που υπονομεύει τη θεμελίωση της παραδοσιακής ηθικής τάξης. Δεν είναι αλήθεια ότι κάθε εξέγερση ενάντια σε αυτήν την τάξη τείνει προς το νέο-ρεφορμισμό. Η εξέγερση μπορεί ακόμα να είναι η κραυγή του καταπιεσμένου όντος, που εμπεριέχει το σπόρο μίας απεριόριστης ποικιλίας σεξουαλικών και αισθησιακών πρακτικών που καταστέλλονται για χιλιάδες χρόνια από καταπιεστικές κοινωνίες.

Ως τώρα, θα έπρεπε να έχει γίνει ξεκάθαρο ότι δεν είμαστε αντίθετοι με τις «διαστροφές». Δεν είμαστε ούτε καν αντίθετοι στην εφόρου ζωής ετεροσεξουαλική μονογαμία. Παρόλα αυτά, όταν συγγραφείς και καλλιτέχνες (οι σουρεαλιστές για παράδειγμα) μας προσφέρουν lamour fou («τρελή» αγάπη) ως το άθροισμα των επιθυμητών, είμαστε αναγκασμένοι να αναγνωρίσουμε ότι εμπίπτουν στον σύγχρονο μύθο του δυτικού κόσμου. Ο προορισμός αυτού του μύθου είναι να παρέχει ένα επιπλέον μερίδιο ψυχής στα ζευγάρια, απομονωμένα άτομα τα οποία διαμορφώνουν την καλύτερη βάση για την καπιταλιστική οικονομία. Ανάμεσα στα πλούτη που θα άδραχνε μια ανθρωπότητα απαλλαγμένη από το κεφάλαιο είναι η απεριόριστη ποικιλία ανώμαλης και πολύμορφης σεξουαλικότητας και αισθαντικότητας. Μόνο όταν αυτές οι πρακτικές ευδοκιμήσουν θα μπορεί η αγάπη, όπως ο André Breton ή τα μυθιστορήματα άρλεκιν την υμνούν, να αποκαλυφθεί ως αυτό που είναι, ένα μεταβατικό πολιτισμικό κατασκεύασμα.

Η παραδοσιακή ηθική τάξη είναι καταπιεστική και ως τέτοια πρέπει να κριτικάρεται και να καταπολεμάται. Αλλά αν είναι σε κρίση, δεν είναι γιατί οι πρόγονοί μας είχαν λιγότερη αίσθηση της ελευθερίας από τους σύγχρονους. Είναι επειδή οι ηθικοί κανόνες της αστικής τάξης αποκαλύπτουν την αδυναμία τους να προσαρμοστούν στις μοντέρνες συνθήκες παραγωγής και διακίνησης των αγαθών.

Η αστική ηθική τάξη, η οποία διαμορφώθηκε πλήρως κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα και μεταδόθηκε μέσω της θρησκείας και της κοσμικής εκπαίδευσης, γεννήθηκε λόγω της ανάγκης για μια ιδεολογική επέκταση της βιομηχανικής καπιταλιστικής κυριαρχίας σε μια περίοδο όπου το κεφάλαιο δεν ήταν ακόμη ολοκληρωτικά κυρίαρχο. Ηθικοί κανόνες για το σεξ, την οικογένεια και τη δουλειά πήγαν χέρι χέρι. Οι αστικές και μικρο-αστικές αξίες λειτούργησαν σαν πλατφόρμα για το κεφαλαίο: η οικογενειακή ζωή, η ιδιοκτησία ως ο καρπός του μόχθου και της αποταμίευσης, η δουλειά ως τρομερά σκληρή αλλά απαραίτητη. Στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, το κεφάλαιο κατέλαβε τον κοινωνικό χώρο στο σύνολό του. Έγινε απαραίτητο και αναπόφευκτο. Η μισθωτή εργασία ήταν η μόνη δυνατή δραστηριότητα αφού δεν υπήρχε καμία άλλη. Έτσι τη στιγμή ακριβώς που μας επιβάλλεται, η μισθωτή εργασία μπορεί να παρουσιάζεται μη-καταπιεστική, ως μια εγγύηση ελευθερίας. Εφόσον κάθε τι είναι εμπορεύσιμο κάθε ηθικός κανόνας καταλήγει να είναι άχρηστος και απαρχαιωμένος. Κατέχουμε την ιδιοκτησία πριν την αποταμίευση, εξαιτίας της πίστωσης. Καθένας δουλεύει γιατί είναι πρακτικό, και όχι από αίσθημα καθήκοντος. Η διευρυμένη οικογένεια δίνει τη θέση της στην πυρηνική, η οποία με τη σειρά της διαταράσσεται κάτω από τον περιορισμό του χρήματος και της δουλειάς. Τα σχολεία και τα ΜΜΕ συναγωνίζονται τους γονείς για εξουσία, επιρροή και ανατροφή. Όλα όσα το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» είχε προαναγγείλει, εκπληρώθηκαν με τον καπιταλισμό. Καθώς οι δημόσιοι χώροι όπου οι άνθρωποι της εργατικής τάξης ξοδεύουν τις ζωές τους έγιναν όλο και πιο σπάνιοι και αντικαταστάθηκαν από καταναλωτικά κέντρα (ντίσκο, εμπορικά κέντρα), τα οποία δεν έχουν τον ίδιο συναισθηματικό χαρακτήρα, πάρα πολλά απαιτούνται από την οικογένεια ακριβώς τη στιγμή που αυτή είναι σε θέση να προσφέρει τα ελάχιστα.

Πίσω από την κρίση των ηθών της αστικής τάξης ενυπάρχει και μία βαθύτερη κρίση στην καπιταλιστική ηθική. Είναι δύσκολο να καθιερώσεις ήθη, να βρεις τρόπους αλληλεπίδρασης και συμπεριφοράς, οι οποίοι να ξεπερνούν τη χρεοκοπημένη αστική ηθική. Τι είδους ηθική προσφέρει ο σύγχρονος καπιταλισμός στους ανθρώπους; Η καθυπόταξη των πάντων στο κεφάλαιο και η παρουσία της καπιταλιστικής ηθικής παντού θεωρητικά καθιστά κάθε προηγούμενο σύστημα υποστήριξης περιττό. Ευτυχώς, αυτό δεν λειτουργεί. Δεν υπάρχει τώρα, και ούτε θα υπάρξει ποτέ, μια εξολοκλήρου, καθαρά, απόλυτα καπιταλιστική κοινωνία. Ένα είναι σίγουρο, το κεφάλαιο δημιουργεί τίποτα από το τίποτα. Μεταμορφώνει τα όντα και τις σχέσεις που δημιουργούνται έξω από αυτό (εσωτερικοί μετανάστες, ξεπεσμένοι μικροαστοί, πρόσφυγες) και πάντα κάτι από τις προηγούμενες κοινωνικές σχέσεις παραμένει τουλάχιστον με τη μορφή της νοσταλγίας. Επιπλέον, η ίδια η λειτουργία του κεφαλαίου δεν είναι αρμονική: δεν μπορεί να κρατήσει την υπόσχεσή του για έναν ονειρικό κόσμο όπως στις διαφημίσεις κι αυτό προκαλεί μία αντίδραση, μία οπισθοδρόμηση σε παραδοσιακές αξίες που έχουν ξεπεραστεί, όπως π.χ. η οικογένεια. Πράγμα που εξηγεί το γεγονός ότι οι άνθρωποι εξακολουθούν να παντρεύονται παρόλο που ένας στους τρεις ή τέσσερις γάμους καταλήγει σε διαζύγιο. Τελικά, επειδή πρέπει να καθοδηγεί, να περιορίζει και να τραμπουκίζει τους μισθωτούς εργάτες, το κεφάλαιο πρέπει συνεχώς να επανεισάγει τις κατάλληλες αξίες της εξουσίας και υπακοής τις οποίες η τωρινή του φάση καθιστά απαρχαιωμένες. Το αποτέλεσμα είναι η συνεχής χρήση της παλιάς ιδεολογίας σε σύνδεση με την καινούρια (συμμετοχή, κλπ).

Η εποχή μας είναι αυτή της συνύπαρξης των ηθικών τάξεων και της διάδοσης των κοινωνικών κωδίκων και όχι της κατάργησής τους. η ενοχή (ο διαρκής φόβος παραβίασης ενός taboo) αντικαταστάθηκε από την αγωνία (το συναίσθημα ότι κάποιος δεν έχει οδηγά σημεία για τις επιλογές που πρέπει να γίνουν). Οι νευρώσεις και η υστερία, οι ιστορικές ασθένειες μιας περασμένης εποχής, αντικαταστάθηκαν από το ναρκισσισμό και τη σχιζοφρένια.

Αυτό που καθοδηγεί τη συμπεριφορά των συγχρόνων μας είναι όλο και λιγότερο ένα ολοκληρωμένο σύνολο επιταγών, που κληροδοτούνται από τον πατερφαμίλια ή τον παπά και οι οποίες δεν μπορούν να τεθούν υπό αμφισβήτηση, και περισσότερο ένα είδος χρηστικής ηθικής τάξης για την ικανοποίηση του ατόμου, υποβοηθούμενη από τη φετιχοποίηση του σώματος και μια φρενήρη ψυχολογικοποίηση στην οποία η ερμηνειο-μανία παίρνει τη θέση της εξομολόγησης και της εξέτασης της συνείδησης.

Μπροστά από την εποχή του, ο de Sade απλά προέβλεψε τη δική μας, αυτή της εξαφάνισης κάθε ηθικής εγγύησης, πριν ο άνθρωπος γίνει ο εαυτός του. Αργά ή γρήγορα κάποιος βιώνει την ίδια αβάσταχτη ανία διαβάζοντας τον μονότονο κατάλογο του μαρκησίου, όπως όταν διαβάζει τις προσωπικές αγγελίες με την ατέλειωτη επανάληψη των μορφών μιας απόλαυσης χωρίς επικοινωνία. Η επιθυμία κατά τον de Sade (σαδιστική επιθυμία) στοχεύει να αντικειμενοποιήσει τους άλλους ανθρώπους, να τους μετατρέψει σε πηλό από τον οποίο μπορεί να πλάσει τις φαντασιώσεις του. Η εξόντωση της διαφορετικότητας, η άρνηση εξάρτησης από τις επιθυμίες κάποιου άλλου είναι μια νοσηρή συμπεριφορά που σημαίνει την επανάληψη του ίδιου πράγματος και θάνατο. Ενώ ο ήρωας του de Sade χρειάζεται να διαλύσει τους κοινωνικούς περιορισμούς, ο σύγχρονος άνθρωπος και η λογική της αυτοϊκανοποίησης γίνεται ο δικός του φαντασιακός πηλός. Αντί να παρασυρθεί από τις επιθυμίες του, «συνειδητοποιεί τις φαντασιώσεις του». Τουλάχιστον προσπαθεί, όπως κάποιος που κάνει «jogging» αντί να τρέχει για ευχαρίστηση ή επειδή βιάζεται να πάει κάπου. Ο σύγχρονος άνθρωπος δε χάνει τον εαυτό του μέσα στο σύντροφό του – διαχειρίζεται και εξελίσσει τα όριά του για σαρκική απόλαυση, την έφεσή του για οργασμό. Δαμαστής χωρίς μαστίγιο του ίδιου του σώματος του, του λέει, «Έλα!» ή «Πιο δυνατά!» ή «Τρέξε!» ή «Χόρεψε!»

Για το σύγχρονο άνθρωπο, η υποχρέωση να δουλέψει έχει αντικατασταθεί από την υποχρέωση εποικοδομητικού ελεύθερου χρόνου, οι σεξουαλικοί περιορισμοί από τη δυσκολία να αποκτήσει μια σεξουαλική ταυτότητα. Η ναρκισσιστική κουλτούρα συνάδει με μια νέα λειτουργία για τη θρησκεία, αντί να προκαλεί τη μετάβαση, αμβλύνει, εν μέρει, το πέρασμα από κρίσιμες περιόδους της ζωής – ενηλικίωση, γάμος, θάνατος. Πράγματι, για να εκσυγχρονιστεί ο άνθρωπος η θρησκεία δεν είναι αρκετή – χρειάζεται επίσης τη βοήθεια της οικογένειας! Όπως λέει ένας ψυχολόγος (C. Lasch, Le Monde, Apri 12, 1981): «Όχι μια υπερβολικά παρούσα οικογένεια, όπως το 19ο αιώνα, αλλά μια υπερβολικά απούσα. Ορίζεται όχι από την ηθική της εργασίας ή του σεξουαλικού περιορισμού αλλά από την ηθική της επιβίωσης και της σεξουαλικής ακολασίας».

Μέσα στην ηθική κρίση που αντιμετωπίζει η δυτική κοινωνία, ο άνθρωπος έχει λιγότερα εφόδια από ποτέ να επιλύσει «το ζήτημα του sex».Όταν αυτό το ζήτημα αναδεικνύεται σε όλη τη απογυμνωμένη του αίγλη, τότε έχει κανείς την καλύτερη ευκαιρία να καταλάβει ότι στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει τέτοιο ζήτημα.

Το σεξ, καταπιεσμένο για δύο χιλιάδες χρόνια, αναδεικνύεται μόνο για να γίνει εμπόρευμα, το θύμα μίας εμπορευματοποίησης που κυριεύει τα πάντα – πανικοβάλλοντας τον, όλο και περισσότερο χαμένο, σύγχρονο άνθρωπο. Σε έναν κόσμο εμπορευμάτων, η αχαλίνωτη αναζήτηση του αισθησιασμού (όπως στο La Grande Abbuffata[i], [BlowOut] 1973) απομονώνει το άτομο ακόμα περισσότερο από την ανθρωπότητα, από τους συντρόφους του, από τον εαυτό του. Μόλις η ιδέα ότι το σεξ είναι αλλοτριωτικό και ολέθριο προβληθεί ξανά, θα ξεπέσουμε πάλι στο Χριστιανισμό.

Το έργο ενός George Bataille[ii] (1897-1962), για παράδειγμα, αποκαλύπτει αυτή την εξέλιξη στη δυτική κοινωνία από το 1900. Πηγαίνοντας αντίθετα με την ιστορία του πολιτισμού, ο Bataille ξεκινά από τη σεξουαλικότητα και πηγαίνει πίσω στη θρησκεία. Από το έργο φαντασίας Το Μάτι [l’Oeil (1928)] μέχρι το τέλος της ζωής του, ο Bataille πέρασε όλο του το χρόνο εξερευνώντας τι κρυβόταν πίσω από το μάτι. Διέσχισε μονοπάτια με το επαναστατικό κίνημα και ξαφνικά και εύκολα δραστηριοποιήθηκε μακριά από αυτό – ειδικά από τη στιγμή που αυτό το κίνημα ουσιαστικά εξαφανίστηκε. Παρ’ όλα αυτά, είχε χρόνο, στα τέλη της δεκαετίας του ’30, να αποδεχθεί θέσεις που πρόσκεινται στον αντιφασισμό μπροστά την απειλή του πολέμου, η διαύγεια των οποίων είναι σε οξεία αντίθεση με την αμετροέπεια που είχε να επιδείξει η συντριπτική πλειοψηφία της άκρας αριστεράς. Αυτό εξηγεί την αμφισημία του έργου του. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν μία απεικόνιση των θρησκευτικών αδιεξόδων όπου η εμπειρία της αχαλίνωτης σεξουαλικότητας που ωθείται στα άκρα αναπόφευκτα οδηγεί σε:

«Ένα μπουρδέλο είναι η αληθινή μου εκκλησία, το μόνο που δεν κατευνάζει αρκετά.» (Le Coupable, δημοσιευμένο στα 1944).

Αν και εδώ, όπως και στο μεγαλύτερο τμήμα του έργου του, αρκέστηκε στο να πάει στο αντίθετο άκρο των αποδεκτών αξιών, διαπλάθοντας μία καινούρια εκδοχή του Σατανισμού, έγραψε και μερικές γραμμές που αποκαλύπτουν μεγάλη διαίσθηση για τις ουσιαστικές διαστάσεις του κομμουνισμού: «θεωρώντας τη διαστροφή και το έγκλημα όχι σαν ξεχωριστές αξίες αλλά σαν πράγματα που πρέπει να ενσωματωθούν στην ανθρώπινη ολότητα». (Oeuvres, 4 Απριλίου, 1936).


[i] «Το μεγάλο φαγοπότι» του Marco Ferreri, όπου τέσσερις άνδρες, προσλαμβάνοντας πόρνες αλλά και μια δασκάλα, αποφασίζουν κυριολεκτικά να πεθάνουν στο φαΐ σε μια εξοχική έπαυλη.

[ii] George Bataille: Γάλλος ποιητής, ιδρυτής πολλών λογοτεχνικών ομάδων και περιοδικών, συνδέθηκε με τους σουρεαλιστές και άφησε πολλά γραπτά ποικίλης θεματολογίας (αρκετά εκ των οποίων απαγορεύτηκαν) κάποια με ψευδώνυμα (όπως και το l’Oeil, το οποίο αν και αρχικά διαβάστηκε ως πορνογράφημα αργότερα προσεγγίστηκε και από φιλοσοφικής, καλλιτεχνικής σκοπιάς). Το έργο του επηρέασε πολλούς θεωρητικούς και φιλοσόφους μεταξύ των οποίων οι Michel Foucault, Jacques Derrida αλλά και τις ψυχαναλυτικές θεωρίες του Jacques Lacan.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: