Έκσταση

Μέσω των πολιτισμικών δομών (η αγάπη όπως στην αρχαία Ελλάδα, η αριστοκρατική αγάπη, σχέσεις συγγένειας, η αστική επικοινωνία, κλπ) τις οποίες γέννησαν, οι συναισθηματικές και σεξουαλικές μας ζωές ήταν ανέκαθεν ταυτόχρονα πηγή και αντικείμενο πάθους και διαμάχης, όπως επίσης και σταυροδρόμι με μια άλλη πολιτισμική σφαίρα – το ιερό. Όντας εκστασιασμένος, με την αίσθηση της κοινότητας με τη φύση, ο άνθρωπος φιλοδοξεί να φτάσει πέρα από τα όρια του ατομικού, και αυτή η φιλοδοξία εκφράζεται υπό τη μορφή παροξυσμού. Διοχετευμένη προς το σύμπαν ή την θεϊκότητα, για να ταυτιστεί αυτή η φιλοδοξία με το ανθρώπινο γένος, φοράει μέχρι τώρα τα περίβλεπτα κουρέλια του ιερού. Η θρησκεία γενικά και ο μονοθεϊσμός ειδικότερα, έχουν θέσει στενά όρια σχετικά με το ιερό, προσδίδοντάς του ένα καθοδηγητικό ρόλο και απομακρύνοντάς το από την ανθρώπινη ζωή. Ενώ στις πρωτόγονες κοινωνίες το ιερό είναι αδιαχώριστο από την καθημερινότητα, οι κρατικές κοινωνίες το εξειδικεύουν όλο και περισσότερο. Η καπιταλιστική κοινωνία δεν έχει διαλύσει το ιερό, αλλά το έχει καταστείλει. Πολλαπλές υπολειμματικές και ψεύτικες εκδηλώσεις του, συνεχίζουν να επιβαρύνουν την κοινωνική ζωή. Αντιμέτωπη με ένα κόσμο όπου παλιά θρησκευτικά αρχέτυπα και η εμπορική τυποποίηση των πάντων συνυπάρχουν, η κομμουνιστική κριτική έχει δύο αιχμές – πρέπει να αποϊεροποιήσει, με άλλα λόγια να ξετρυπώσει όλα τα παλιά ταμπού από τις κρυψώνες τους και να προετοιμάσει το ξεπέρασμα του ιερού, το οποίο ο καπιταλισμός έχει απλά υποβαθμίσει.

Αποϊεροποίηση λοιπόν, εκείνων των περιοχών όπου γέρικα διαβολάκια έχουν κρυφτεί – όπως το εφηβαίο για παράδειγμα. Ενάντια στην λατρεία του πέους, ενάντια στον επεκτατικό ιμπεριαλισμό του πέους, ο φεμινισμός δεν βρήκε τίποτα καλύτερο από τη φετιχοποίηση του γυναικείου κόλπου. Εφοδιασμένος με στοίβες λογοτεχνίας και πάθος, κατέστησε τον κόλπο την εστία της διαφορετικότητάς του, τη σκοτεινή πτυχή μέσα στην οποία βρίσκεται η απόλυτη ύπαρξή του. Ο βιασμός τότε γίνεται το έγκλημα των εγκλημάτων, μια οντολογική επίθεση. Λες και είναι πολύ πιο αηδιαστικό ένα πέος που διεισδύει σε μια γυναίκα με τη βία από τον εξαναγκασμό μιας γυναίκας στη μισθωτή δουλεία κάτω από την οικονομική πίεση. Είναι αλήθεια πως στην πρώτη περίπτωση ο ένοχος βρίσκεται εύκολα – είναι ένα άτομο – ενώ στην τελευταία περίπτωση ο ένοχος είναι μια κοινωνική σχέση. Είναι πιο εύκολο να ξορκίζει κανείς τους φόβους του μετατρέποντας το βιασμό σε βλασφημία, μια εισβολή στο ιερότερο των ιερών. Λες και η χειραγώγηση με τη διαφήμιση, τη διαρκή σωματική εκμετάλλευση και το φακέλωμα από τις κρατικές υπηρεσίες είναι μορφές βίας λιγότερο σημαντικές κατά την επίθεσή τους εναντίον του ατόμου συγκριτικά με την επιβαλλόμενη συνουσία.

Τελικά, αυτό που κάνει το Σομαλό να ξεσκίζει την κλειτορίδα της γυναίκας του και αυτό που οδηγεί τους φεμινιστές, πηγάζουν από μια κοινή αντίληψη – και για τους δυο είναι αποδεκτό ότι η ανθρώπινη ατομικότητα μπορεί να αποτελεί αντικείμενο ιδιοκτησίας. Ο Σομαλός, πεπεισμένος ότι η γυναίκα του είναι τμήμα του κοπαδιού του, αισθάνεται υποχρεωμένος να την προστατέψει από τη γυναικεία επιθυμία, ένα επικίνδυνο παράσιτο για την οικονομία του κοπαδιού. Αλλά έτσι, περικόπτει και φτωχαίνει τη δική του ευχαρίστηση, τη δική του επιθυμία. Η γυναικεία κλειτορίδα είναι ο συμβολικός στόχος όλης της ανθρώπινης επιθυμίας, ανεξαρτήτως φύλου. Αυτή η ακρωτηριασμένη γυναίκα υπέστη ακρωτηριασμό από όλη την ανθρωπότητα. Η φεμινίστρια που μαίνεται ότι το σώμα της ανήκει στον εαυτό της, θα ήθελε να κρατήσει την επιθυμία της για τον εαυτό της. Αλλά όταν νιώθει την επιθυμία, εισέρχεται σε μια κοινωνία όπου κάθε ιδιοποίηση διαλύεται.

Ο ισχυρισμός «Το σώμα μου μου ανήκει» θα έδινε ουσία στα «Δικαιώματα του Ανθρώπου» του 1789. Σαν να μην έχει ειπωθεί και ξαναειπωθεί ότι αυτά τα δικαιώματα αναφέρονται μόνο σε μια αφηρημένη έννοια του ανθρώπου και ότι, τελικά, ο αστός ως άτομο (με τους σύγχρονους όρους «λευκός, άντρας, πάνω από 21 και αστός») είναι ο ίδιος εμπνευστής και δικαιούχος! Οι νεορεφορμιστές ισχυρίζονται πως κλείνουν αυτήν την τρύπα συγκεντρώνοντας την πραγματική ουσία και αποδίδοντάς την σ’ αυτόν τον ως τώρα αφηρημένο «άνθρωπο». Αλλά ο «πραγματικός άνθρωπος» δεν είναι άλλος από τη γυναίκα, τον Εβραίο, τον Κορσικανό, τον ομοφυλόφιλο, το Βιετναμέζο, κτλ. Το «το σώμα μου μου ανήκει» συμμορφώνεται με μια αστική επανάσταση που διαρκώς ολοκληρώνεται, που τελειοποιείται με το να ζητείται για τη δημοκρατία όχι μια απλή μορφή αλλά και περιεχόμενο. Στο όνομα αυτού του σκοπού, ασκούν κριτική στις επιπτώσεις.

Το να απαιτεί κανείς την ιδιοκτησία του σώματός του αποτελεί ανανέωση της αστικής απαίτησης για το δικαίωμα της ατομικής ιδιοκτησίας. Για να ξεφύγει από την κοσμική καταπίεση των γυναικών, που κάποτε ( και μέχρι σήμερα, σε άλλες μορφές ) αντιμετωπίζονταν από τους συζύγους τους ως ιδιοκτησία, η φεμινίστρια δεν έχει βρει τίποτα καλύτερο από το να διευρύνει το δικαίωμα της ατομικής ιδιοκτησίας. Αν μπορεί η γυναίκα να έχει δική της ιδιοκτησία, τότε θα είναι προστατευμένη – και οι καλοί φράχτες κάνουν τους καλούς γείτονες! Σε αυτήν την αξιολύπητη απαίτηση, βλέπουμε την αντανάκλαση των μέτρων «ασφαλείας» και των πολιτικών κομμάτων που θα μοίραζαν μεταξύ τους με κάθε κόστος τους συγχρόνους μας. Αυτή η απαίτηση γεννήθηκε από μια αντίληψη κολλημένη μακριά απ’ την ουσία, εκεί όπου η ιδιοποίηση είναι το μόνο μέσο που μπορεί να φανταστεί κανείς για να είναι κύριος ενός πράγματος (σ’ αυτήν την περίπτωση του σώματός του). Τα σώματά μας ανήκουν σ’ αυτούς που μας αγαπάνε, όχι λόγω κάποιου νομικά κατοχυρωμένου «δικαιώματος», αλλά επειδή ζούμε και κινούμαστε ψυχή και σώμα, απλά ως λειτουργία αυτών. Και, στο μέτρο που μπορούμε να αγαπήσουμε το ανθρώπινο είδος, το σώμα μας ανήκει σε αυτό.

Ακόμη και κατά την αποϊεροποίηση, η κομμουνιστική κριτική πρέπει να καταγγείλει την καπιταλιστική ουτοπία ενός κόσμου όπου δε θα μπορεί πια κανείς να αγαπήσει μέχρι θανάτου, όπου όλα θα ισοπεδώνονται, τα πάντα θα είναι ίσης αξίας και άρα ανταλλάξιμα. Ο αθλητισμός, η εργασία, το σεξ, θα συμμετέχουν όλα στον ίδιο ποσοτικοποιημένο, κομμένο σα σαλάμι βιομηχανικό χρόνο. Οι σεξολόγοι θα έχουν τη δυνατότητα να επιδιορθώσουν κάθε παραπαίουσα λίμπιντο, οι ψυχοθεραπευτές θα μας απαλύνουν κάθε ψυχικό πόνο, η αστυνομία, με την υποστήριξη της χημείας, θα αποτρέπουν κάθε παραστράτημα. Σε ένα τέτοιο κόσμο, καμιά σφαίρα της ανθρώπινης δραστηριότητας – η οποία θα μπορούσε να γίνει το αντικείμενο ενός παιχνιδιού στο οποίο το διακύβευμα είναι ολόκληρη η ζωή – δε θα μπορούσε να δώσει έναν άλλο ρυθμό στο χρόνο.

Η μη ιστορική ψευδαίσθηση, που είναι το θεμέλιο των μυστικιστικών πρακτικών, είναι επικίνδυνη. Εξ ορισμού, μόνο εκείνο το τμήμα των πρακτικών αυτών, το οποίο δεν είναι πραγματικά δικό τους είναι ενδιαφέρον για εμάς, εκείνο που μπορεί να κοινωνηθεί. Δε μπορεί κάποιος να βγει εκτός της ιστορίας, αλλά η ιστορία, είτε αυτή αναφέρεται σ’ ένα άτομο είτε στο ανθρώπινο γένος, δεν είναι η καθαρή γραμμική κίνηση που ο καπιταλισμός προσπαθεί να παράγει και προσπαθεί να πείσει τους ανθρώπους ότι παράγει. Η ιστορία περιλαμβάνει απόγεια που φτάνουν πέρα και έξω από το παρόν, οργασμούς που χάνεται ο ένας μέσα στον άλλο, στην κοινωνικότητα και στο είδος.

« Ο χριστιανισμός έδωσε ουσία στην έννοια του ιερού αλλά η φύση του ιερού (…) είναι ίσως ότι πιο άπιαστο υπάρχει μεταξύ των ανθρώπων. Το ιερό δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια προνομιούχος στιγμή βαθύτερης κοινότητας με αυτά που συνήθως καταπνίγουμε. ( G. Battaille, “The Sacred”) .

Αυτή η στιγμή «βαθύτερης κοινότητας», μπορεί να βρεθεί σήμερα σε μια συναυλία, στον πανικό που κυριεύει ένα πλήθος, και στην πιο υποβαθμισμένη του μορφή, στις μεγάλες εκρήξεις πατριωτισμού και σε άλλα σποραδικά ξεσπάσματα της ιερής ένωσης (union sacrée). Χειραγώγησέ τη και μπορείς να κάνεις οποιαδήποτε βρώμικη πράξη. Κάποιος μπορεί να υποθέτει ότι σ’ ένα σύγχρονο πόλεμο, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει σε υπανάπτυκτα καπιταλιστικά έθνη όπως το Ιράν, μόνο μια μειοψηφία θα συμμετείχε πραγματικά. Οι υπόλοιποι απλά θα παρακολουθούσαν. Αλλά τίποτα δεν είναι βέβαιο- η χειραγώγηση του ιερού μπορεί να έχει ακόμα πεδίο δόξης λαμπρό, γιατί το ιερό, μέχρι σήμερα, αποτελεί τη μοναδική στιγμή που προσφέρεται για να εκδηλώσει ο άνθρωπος την ακατανίκητη ανάγκη του για συντροφικότητα.

Όσο κι αν φτιάξανε μια λίγο-πολύ φανταστική γωνιά εκτός της ταξικής πάλης, οι μυστικιστικές πρακτικές είναι γνωστό πως παγώνουν τις επαναστάσεις. Αυτό φαίνεται για παράδειγμα, από το ρόλο της έκστασης των Ταοϊστών κατά την αντίσταση στην κεντρική εξουσία στην αυτοκρατορική Κίνα, των βουντού στις εξεγέρσεις των σκλάβων ή της χιλιαστικής προφητείας. Παρ ‘όλο που οι σύγχρονες μυστικιστικές επιδιώξεις παίζουν έναν αντεπαναστατικό ρόλο, επειδή είναι απλώς ένας από τους τρόπους με τους οποίους ο αστός ως άτομο στρέφεται προς τον εαυτό του, παραμένει γεγονός ότι η εμπορευματοποίηση κάθε πτυχής της ζωής τείνει να εξαφανίσει το πάθος της. Ο κόσμος στον οποίο ζούμε μας ζητάει να αγαπάμε μόνο ένα κουβάρι από ατομικές ανεπάρκειες. Συγκρινόμενος με τις παραδοσιακές κοινωνίες, αυτός ο κόσμος έχει χάσει μια ουσιαστική διάσταση της ανθρώπινης εμπειρίας – τις γεμάτες δύναμη στιγμές της ενότητας με τη φύση. Είμαστε καταδικασμένοι να παρακολουθούμε παγανιστικά φεστιβάλ στην τηλεόραση[i].

Αλλά θα ήταν γελοίο εκ μέρους μας, να συνηγορήσουμε για μια επιστροφή στο παρελθόν, στις χαρές του, αυτές που η ιστορία μας έχει διδάξει ότι είναι γεμάτες επαναλήψεις, αιτίες αυταπατών και κοντόφθαλμες. Όταν το κεφάλαιο τείνει να επιβάλλει την αποκλειστική του κυριαρχία, η αναζήτηση για την «βαθύτερη κοινότητα» και την «απόλυτη επικοινωνία» οπουδήποτε αλλού εκτός από την επανάσταση, γίνεται καθαρά αντιδραστική. Το γεγονός ότι το κεφάλαιο έχει καταστήσει τα πάντα κοινότυπα, μας δίνει την ευκαιρία να απελευθερωθούμε από αυτήν την εξειδικευμένη σφαίρα, γνωστή ως «σεξουαλικότητα». Θέλουμε έναν κόσμο όπου το να σε παρασύρει ο ενθουσιασμός, εκτός του εαυτού σου θα υπάρχει σα δυνατότητα σε όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες – ένα κόσμο που θα δίνει στο ανθρώπινο γένος τη δυνατότητα να αγαπήσει και στον οποίο οι ανεπάρκειες των ατόμων θα είναι αυτές του είδους και όχι πια αυτές του κόσμου. Το διακύβευμα του παιχνιδιού σήμερα, που αξίζει το ρίσκο του θανάτου, αυτό που μπορεί να δώσει άλλο ρυθμό στο χρόνο, είναι το περιεχόμενο της ζωής στην ολότητά της.


[i] [Σ.τ.μ.]: Δες σχετικά με το ζήτημα της θρησκείας και του ρόλου της το κείμενο The continuing appeal of religion” (2006) από τις εκδ. Troploin, διαθέσιμο στο site τους.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: