Έγκλημα

«Η ιστορία δεν βγάζει νόημα – κι αυτό είναι καλό. Θα βασανίζουμε τους εαυτούς μας για ένα ευτυχές αποτέλεσμα, για έναν τελικό πανηγυρισμό πληρωμένο εξ ολοκλήρου από τον ιδρώτα και τις συμφορές μας; Για μελλοντικούς ηλιθίους που θα χοροπηδούν πάνω στις στάχτες μας; Το όραμα της κορυφής του παραδείσου ξεπερνά τον παραλογισμό των χειρότερων περιπλανήσεων της ελπίδας. Η μόνη δικαιολογία που μπορεί να βρει κανείς για το Χρόνο είναι ότι βρίσκουμε μερικές στιγμές πιο ευχάριστες από κάποιες άλλες, ατυχήματα χωρίς επιπτώσεις, σε μία ανυπόφορη μονοτονία αβεβαιοτήτων ». (E.M. Cioran[i], A Short History of Decay).

Ο κομμουνισμός δεν είναι η κορυφή του παραδείσου.

Πρώτα απ’ όλα, το να προσδιορίζεται ο κομμουνισμός σαν ένας παράδεισος σημαίνει ότι κάποιος μπορεί να αποδεχτεί οτιδήποτε στο μεσοδιάστημα. Στην περίπτωση μίας κοινωνικής επανάστασης, κάποιος δέχεται ότι η κοινωνία δεν έχει αλλάξει από την κορυφή ως τα νύχια – μία κοινωνία χωρίς κράτος, χωρίς φυλακές – εντάξει, αργότερα … όταν οι άνθρωποι θα είναι τέλειοι. Εν τω μεταξύ, όλα μπορούν να δικαιολογηθούν. Εργατικό κράτος, φυλακές ανθρώπων, κτλ. – εφόσον ο κομμουνισμός είναι καλός μόνο για μια ανθρωπότητα θεών.

Έπειτα, υπάρχει το καθησυχαστικό όραμα μίας επιθυμητής κοινωνίας η οποία είναι το τέλος της επιθυμίας για αυτήν. Κάθε κοινότητα, ανεξάρτητα από το μέγεθος της, απαιτεί από τα μέλη της να αποκηρύξουν μέρος του εαυτού τους. Και αν κάποιος ορίσει ως «θετικές επιθυμίες» αυτές που, αν συνειδητοποιηθούν, δε θα μπορούσαν να συμβιβαστούν με την ελευθερία των άλλων, κάθε κοινότητα αναγκάζει κάθε μέλος της να αφήσει μερικές από αυτές ανικανοποίητες. Ο λόγος είναι απλός: αυτές τις επιθυμίες δεν τις συμμερίζεται απαραίτητα κάποιο άλλο μέλος της κοινότητας. Αυτό που κάνει την κατάσταση ανεκτή είναι η βεβαιότητα ότι ο καθένας που αισθάνεται ότι αυτές οι αποκηρύξεις απειλούν αυτή καθαυτή την ακεραιότητα της ύπαρξης του, θα έχει ακόμα τη δυνατότητα της φυγής. Η φυγή δε θα είναι ανώδυνη, αλλά δεν είναι ο κίνδυνος της οδύνης και του θανάτου το πλήρες μέτρο μίας ζωής γεμάτης νόημα;

Το ότι η ανθρωπότητα, παίζοντας με την ύλη, διακινδυνεύει τον αυτό-αφανισμό και μαζί με αυτόν, τον αφανισμό ολόκληρης της ζωής στον πλανήτη, δεν είναι αυτό που μας απασχολεί. Αυτό που είναι ανυπόφορο είναι ότι η ανθρωπότητα το κάνει αυτό σε πλήρη απερισκεψία και πρακτικά παρά τη θέλησή της, γιατί δημιούργησε το κεφάλαιο και το κεφάλαιο έχει επιβάλει τους δικούς του απάνθρωπους νόμους επάνω της. Είναι παρ’ όλα αυτά αλήθεια ότι από τη στιγμή που ο άνθρωπος αρχίζει να τροποποιεί το περιβάλλον του, το κάνει αυτό με τον κίνδυνο να το καταστρέψει και μαζί με αυτό τον εαυτό του, κι ότι αυτός ο κίνδυνος θα συντηρείται σε οποιαδήποτε κοινωνική οργάνωση. Κάποιος θα μπορούσε ακόμα να συλλάβει μία ανθρωπότητα η οποία, αφού πρώτα παλέψει με το σύμπαν, έπειτα το δαμάσει και το αγαπήσει, θα αποφάσιζε να εξαφανιστεί, να επανενωθεί με τη φύση στη μορφή της σκόνης. Σε κάθε περίπτωση, δεν υπάρχει ανθρωπότητα χωρίς ρίσκο, επειδή δεν υπάρχει ανθρωπότητα χωρίς τους άλλους. Το παιχνίδι των ανθρώπινων παθών – περιλαμβάνει αυτό το ρίσκο – το φέρνει στην επιφάνεια.

Είναι σχετικά εύκολο να φανταστεί κανείς ότι ένας κόσμος λιγότερο άγριος θα έδινε στις γυναίκες και στους άνδρες (άνδρες, οι οποίοι από την αστική επανάσταση έχουν καταδικαστεί να φοράνε μόνο ρούχα της δουλειάς!) μία ευκαιρία να είναι πιο ελκυστικοί, να είναι ταυτόχρονα πιο απλοί και πιο εκλεπτυσμένοι στο παιχνίδι της αποπλάνησης. Την ίδια στιγμή, όμως, κανένας δεν μπορεί να μη χασμουρηθεί στην ιδέα ενός κόσμου όπου ο καθένας θα ήταν ελκυστικός για οποιονδήποτε άλλο, όπου κάποιος πηδιέται όπως κάνει χειραψία, χωρίς καμία υπονοούμενη δέσμευση. (Η φιλελευθεροποίηση των ηθών, μην ξεγελιέστε, υπόσχεται έναν τέτοιο κόσμο). Ρεαλιστικά λοιπόν, η Jenny ακόμα θα γουστάρει τον Karl περισσότερο από ότι γουστάρει τον Friedrich[ii]. Αλλά κάποιος θα έπρεπε να πιστεύει σε θαύματα για να πιστέψει ότι ποτέ ένας Friedrich δε θα ποθούσε μία Jenny που δεν τον ποθεί. Ο κομμουνισμός σε καμία περίπτωση δεν εγγυάται τη συμφιλίωση όλων των πόθων, και η τραγωδία ενός πόθου χωρίς ανταπόδοση μοιάζει αξεπέραστη, είναι το τίμημα που θα πρέπει να πληρωθεί αν η αποπλάνηση παραμείνει ένα συναρπαστικό παιχνίδι – όχι εξαιτίας καμιάς παλιάς σκουριασμένης αρχής πως «χωρίς πόνο δεν κερδίζεις τίποτα» αλλά γιατί ο πόθος συμπεριλαμβάνει τη διαφορετικότητα και κατά συνέπεια την πιθανή άρνηση. Δεν υπάρχει κανένα ανθρώπινο ή κοινωνικό παιχνίδι χωρίς ρίσκο. Αυτή είναι η μοναδική νόρμα που μοιάζει αξεπέραστη∙ εκτός αν οι πιθηκίσιες φαντασιώσεις μας, εξακολουθώντας να αποθέτουν φόρο τιμής στον παλιό κόσμο, δεν μπορούν να εξιχνιάσουν τον άνθρωπο.

Αυτό που κάνει τον Fourier λιγότερο βαρετό από τους περισσότερους από τους υπόλοιπους ουτοπιστές είναι ότι, πέρα από μία πολύ ποιητική και εκτενή καταμέτρηση των πιθανών, το σύστημά του αφήνει χώρο για την αναγκαιότητα της σύγκρουσης. Γνωρίζουμε ότι σχεδόν όλα τα ατυχήματα που θεωρούνται εγκλήματα από τον παλιό κόσμο είναι μόνο ξαφνικές αλλαγές ιδιοκτησίας (κλοπή), ατυχήματα ανταγωνισμού (ο φόνος ενός ταμία τράπεζας), ή προϊόντα της έκπτωσης των ηθικών αξιών. Αλλά σε μία κοινωνία χωρίς κράτος δεν είναι αδιανόητο ότι η εκτράχυνση των παθών μπορεί να οδηγήσει έναν άνθρωπο να βασανίσει ή να σκοτώσει κάποιον άλλο. Σε έναν τέτοιο κόσμο, η μόνη εγγύηση ότι ένας άνθρωπος δε θα βασάνιζε κάποιον άλλο θα ήταν ότι δεν θα αισθανόταν την ανάγκη να το κάνει. Αλλά τι θα γίνει αν την αισθάνεται; Τι θα γίνει αν βρίσκει διασκεδαστικό το να βασανίζει; Απαλλαγμένοι από τέτοια παλιά μοντέλα όπως «οφθαλμόν αντί οφθαλμού, οδόντα αντί οδόντος», «ένα κιλό σάρκα»[iii] και τα συναφή, μία γυναίκα της οποίας ο εραστής έχει μόλις δολοφονηθεί, ένας άνδρας του οποίου η αγαπημένη έχει μόλις βασανιστεί, παρά την οδύνη τους, θα το έβρισκαν εντελώς ηλίθιο να σκοτώσουν κάποιον άλλον ή να τον κλειδαμπαρώσουν, ως μία ψευδαίσθηση αποζημίωσης για την απώλεια που έχουν υποστεί – ίσως …. Τι θα γίνει αν ο πόθος για εκδίκηση νικήσει; Τι θα γίνει αν το άλλο άτομο συνεχίσει να σκοτώνει;

Στο εργατικό κίνημα, οι αναρχικοί είναι ενδεχομένως απ’ τους λίγους που έχουν προσεγγίσει χειροπιαστά το ζήτημα μιας κοινωνίας χωρίς κράτος. Η απάντηση του Bakunin δεν είναι πολύ πειστική:

«Πλήρης κατάργηση όλων των ταπεινωτικών και απάνθρωπων ποινών, της σωματικής τιμωρίας και της θανατικής ποινής όπως έχουν θεσμοθετηθεί και εκτελεστεί από το νόμο. Κατάργηση όλων των αόριστων ή υπερβολικά παρατεταμένων ποινών που δεν αφήνουν κανένα ενδεχόμενο επανένταξης – καθώς το έγκλημα πρέπει να θεωρείται ασθένεια…»

Ακούγεται σαν τη γραμμή του Σοσιαλιστικού Κόμματος πριν έρθει στην εξουσία, αλλά αυτό που ακολουθεί είναι ακόμα πιο ενδιαφέρον :

«Οποιοδήποτε άτομο που έχει καταδικαστεί από οποιαδήποτε κοινωνία, είτε τοπική, επαρχιακή ή εθνική, πρόκειται να διατηρεί το δικαίωμα να αρνηθεί να υποταχθεί στην ποινή που του έχει επιβληθεί δηλώνοντας ότι δε θέλει πια να είναι μέλος αυτής της κοινωνίας. Σε εκείνη την περίπτωση, ωστόσο, η κοινωνία με τη σειρά της θα διατηρεί το δικαίωμα να αποβάλλει το άτομο και να το κηρύξει εκτός των εχεγγύων και της προστασίας της. Το άτομο με αυτόν τον τρόπο θα εγκαταλείπεται στο φυσικό νόμο του οφθαλμόν-αντί-οφθαλμού, τουλάχιστον στην επικράτεια που θα είναι υπό την κατοχή αυτής της κοινωνίας, και θα μπορούσε να γδαρθεί, να υποστεί κακομεταχείριση, ακόμα και να σκοτωθεί χωρίς την παρέμβαση της κοινωνίας. Οποιοσδήποτε άλλος θα μπορούσε να διώξει τον αποστάτη, όπως θα έκανε με ένα επικίνδυνο κτήνος, αν και δε θα μπορούσε ποτέ να τον υποχρεώσει σε καταναγκαστική εργασία ή να τον υποδουλώσει». (Bakunin, Η Ελευθερία)

Οι πρωτόγονοι δε θα έπρεπε να λησμονηθούν σ΄ αυτή τη λύση. Το άτομο που έχει παραβεί ένα taboo δεν το παίρνει πια κανείς στα σοβαρά. Γελούν κάθε φορά που ανοίγει το στόμα του, ή πρέπει να τραπεί σε φυγή στη ζούγκλα, ή να γίνει αόρατο κτλ. Σε κάθε περίπτωση, εξοβελίζεται από την κοινότητα και γι’ αυτό είναι καταδικασμένο σε πρόωρο θάνατο.

Αν το ζήτημα είναι να γκρεμίσουμε τις φυλακές για να τις ξαναχτίσουμε, λίγο λιγότερο σκληρές και καλύτερα αεριζόμενες, τότε μη μας υπολογίζετε. Θα συμπαρατασσόμαστε πάντα με τον αποστάτη. Τι είναι, στο κάτω-κάτω, μία «υπερβολικά παρατεταμένη» ποινή; Δε χρειάζεται κάποιος να έχει μαραζώσει στη φυλακή για να ξέρει πως ο χρόνος που περνάει κανείς εκεί είναι πάντα υπερβολικά παρατεταμένος. Όπως και να ‘χει, αν πρόκειται περί αντικατάστασης της φυλακής από μία πιο ριζοσπαστική αλλοτρίωση, μη μας υπολογίζετε ούτε εδώ. Όσο για την αντιμετώπιση του εγκλήματος ως ασθένειας, αυτό είναι μία ανοιχτή πρόσκληση για μία κοινωνία κάτω από τον απόλυτο έλεγχο της ψυχιατρικής προβληματικής και της φαρμακευτικής αγωγής.

«Κατά έναν περίεργο τρόπο, ο πιο ποταπός από τους ληστές δίνει την εντύπωση ενός πραγματικά καθωσπρέπει τύπου όταν κάποιος σταματά να παίρνει τα πράγματα τόσο στα σοβαρά (κι ένας ενήλικας όχι υπερβολικά πρώιμα γερασμένος μπορεί να συναγωνιστεί το χειρότερο ταξικό κομμάτιασμα σε αυτόν τον τομέα). Είναι η κοινωνική τάξη στο έλεος ενός χαχανητού; … Η ζωή δεν είναι όλη ένα μεγάλο αστείο, λένε οι δάσκαλοι και οι μητέρες, κι όχι χωρίς έναν τόνο εύθυμης σοβαρότητας. Είναι η πρώτη φορά που το πληροφορούνται τα παιδιά… Μολονότι φαντάζομαι ότι στο φτωχό μυαλό που συσκοτίζεται από αυτήν την εκπαίδευση ένας φωτεινός παράδεισος γεννιέται στον κρότο της σπασμένης τζαμαρίας… η αχαλίνωτη διασκέδαση χρησιμοποιεί όλα τα προϊόντα του κόσμου, κάθε κατεστραμμένο αντικείμενο είναι εκεί για να θρυμματιστεί σαν ένα παιχνίδι…». (Bataille, Les Pieds Nickelés)

Λοιπόν τι κάνουμε με αυτούς που σπάνε τζαμαρίες; Είναι αδύνατον, σήμερα, να απαντήσουμε αυτή την ερώτηση και ακόμα και σε μία αταξική κοινωνία δεν είναι σίγουρο ότι θα βρεθεί μία ικανοποιητική απάντηση. Ο τύπος που δεν πηγαίνει με τα νερά, που θα σπάει τζάμια, που είναι έτοιμος να διατρέξει τον κίνδυνο του πόνου ακόμα και του θανάτου, απλώς για τη χαρά του να σπάει τους κοινωνικούς δεσμούς∙ αυτό είναι το ρίσκο, το πιθανώς αξεπέραστο ρίσκο που διατρέχει μία κοινωνία που αρνείται να πετάξει έξω από την ανθρωπότητα οποιονδήποτε, όσο μη κοινωνικός κι αν είναι. Η ζημιά που υφίσταται η κοινωνία θα είναι πάντα υποδεέστερη της ζημιάς που θα γίνει μετατρέποντας ένα μη κοινωνικό άτομο σε τέρας. Ο Κομμουνισμός δεν πρέπει να χάσει το raison d’ être του για να σώσει μερικές ζωές, όσο «αθώες» κι αν είναι. Μέχρι σήμερα, ας το παραδεχθούμε, όλες οι διαμεσολαβήσεις που έχουν επινοηθεί για να αποφευχθεί ή να αποκρουστεί η σύγκρουση και να διατηρηθεί η εσωτερική τάξη της κοινωνίας έχουν προκαλέσει καταπίεση και ανθρώπινη απώλεια απείρως μεγαλύτερη από εκείνες που υποτίθεται πως θα προλαμβάνονταν, θα αποτρέπονταν ή θα περιορίζονταν. Στον κομμουνισμό (δεν νοείται) κανένα υποκατάστατο κράτους ή «μη-κράτους» που θα παρέμενε κράτος.

«Η καταστολή της αντικοινωνικής αντίδρασης είναι τόσο ευφάνταστη όσο είναι απαράδεκτη εκ πεποιθήσεως». («Γράμμα στους προϊστάμενους γιατρούς του ασύλου φρενοβλαβών», La Revolution Surrealiste[iv], no. 3, 15 Απριλίου, 1925).

Το θέμα δεν σχετίζεται μόνο με το μακρινό μέλλον. Επαναφέρεται συχνά σε περιόδους κοινωνικής αναταραχής. Σκεφτείτε τις λεηλασίες και τους κλέφτες των αναταραχών του 19ου αιώνα, σκεφτείτε την ηθική που αναπαράγεται σ’ αυτές. Με τον ίδιο τρόπο, κατά τη διάρκεια του πρώτου μέρους της Ρωσικής επανάστασης, ένας «Μπολσεβίκικος κώδικας γάμου» (ο τίτλος μιλάει από μόνος του) αντιπαρατέθηκε με μία δυναμική κίνηση μεταμόρφωσης των κοινωνικών ηθών. Από οποιαδήποτε λιγότερο ή περισσότερο επαναστατική περίοδο θα ξεπηδήσουν ομάδες, κινούμενες κάπου ανάμεσα στην κοινωνική ανατροπή και την εγκληματικότητα, με πρόσκαιρες ανισότητες, κλέφτες, κερδοσκόπους, αλλά κυρίως ένα ευρύ φάσμα απροσδιόριστων κατευθύνσεων το οποίο δύσκολα κάποιος θα χαρακτήριζε «επαναστατικό», ή «προς επιβίωση μόνο», ή «αντεπαναστατικό», κ.ά.. Η τότε τρέχουσα μετάβαση στον κομμουνισμό θα λύσει το πρόβλημα αλλά μετά από μία, ίσως δύο γενιές. Μεταξύ του τώρα και του τότε πρέπει να προετοιμαστούμε οι ίδιοι –όχι για μια «επιστροφή στην τάξη», κάτι το οποίο θα είναι ένα από τα κύρια συνθήματα των αντεπαναστατών, αλλά αναπτύσσοντας εκείνα τα χαρακτηριστικά ενός κομμουνιστικού κινήματος που ουσιαστικά δεν καταστέλλει, αλλά ανατρέπει.

Αυτό σημαίνει, πρώτ’ απ’ όλα, ότι χρησιμοποιεί μόνο την ποσότητα της βίας που είναι απόλυτα αναγκαία για να πετύχει τους στόχους του, όχι λόγω ηθικότητας ή μη βιαιότητας, αλλά επειδή η περιττή βία πάντα γίνεται αυτόνομη και αυτοτελής. Σημαίνει επίσης ότι το πρώτο όπλο είναι πρώτα και κύρια η μεταμόρφωση των κοινωνικών σχέσεων και της εξασφάλισης των συνθηκών διαβίωσης. Οι αυθόρμητες λεηλασίες δεν θα είναι πια μία δραστική αλλαγή όσον αφορά την ιδιοποίηση, μία απλή παράθεση της ατομικής ιδιοκτησίας, εάν δημιουργηθεί μια κοινωνία όπου υπάρχει πάλη ανάμεσα σε ληστές και παραγωγούς. Μόνο σε αυτές τις συνθήκες οι λεηλασίες μπορούν να είναι το αρχικό σημείο για κοινωνική επανοικειοποίηση του πλούτου και χρήση αυτού σε ένα φάσμα ευρύτερο από την απλή και κενή κατανάλωση. (Η κατανάλωση, αυτή καθ’ εαυτή δεν είναι κατακριτέα εφόσον η κοινωνική ζωή δεν εξαντλείται στην παραγωγική διαδικασία. Είναι ακόμη η κατανάλωση και η ανάλωση. Εάν οι φτωχοί ήθελαν πρώτα να γευτούν μερικές απολαύσεις, ποιος θα τους το χρέωνε, εκτός από τους παπάδες;). Όσον αφορά τους κλέφτες, αν η χρήση βίας είναι κάποιες φορές αναγκαία, θα είναι για να ανακτηθούν τα αγαθά και όχι για τιμωρία. Σε κάθε περίπτωση, μόνο απλώνοντας το βασίλειο της ελευθερίας θα καταστούν αυτοί εντελώς αβλαβείς. Τι νόημα έχει η ληστεία, όταν το χρήμα είναι μόνο ένα χαρτί και δεν μπορείς να πουλήσεις αυτά που έκλεψες;

Όσο περισσότερο μια επανάσταση ριζοσπαστικοποιείται τόσο λιγότερο χρειάζεται η καταστολή. Δεν διστάζουμε καθόλου να το δηλώσουμε αυτό καθώς για τον κομμουνισμό η ανθρώπινη ζωή με την έννοια της βιολογικής επιβίωσης δεν είναι το απόλυτο αγαθό. Ο καπιταλισμός είναι που προσφέρει αυτή την ηλίθια κοροϊδία: Εξασφάλιση μέγιστης επιβίωσης με αντάλλαγμα την μέγιστη υποταγή στην οικονομία. Συνεπώς δεν είναι εξαιρετικά υποτιμημένος ένας κόσμος στον οποίο κάποιος πρέπει να κρυφτεί προκειμένου να επιλέξει το χρόνο του θανάτου του;

Στον κομμουνισμό, δεν ξεκινάς από αξίες που είναι καθορισμένες από μία κοινή σύμπνοια αλλά από τις πραγματικές συνθήκες στις οποίες ζεις. Κάθε ομάδα εξασκεί, αρνείται , επιτρέπει, επιβάλλει συγκεκριμένες πρακτικές και όχι άλλες. Πριν αποκτήσουμε αξίες, και για να μπορέσουμε να τις αποκτήσουμε, υπάρχουν πράγματα που κάποιος κάνει ή δεν κάνει, επιβάλλει και απαγορεύει.

Σε μία αντιφατική ταξική κοινωνία, το απαγορευμένο είναι κάτι σταθερό και δυσμετάβλητο, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί μια κίνηση γύρω από αυτό και την παραβίασή του. Τα ταμπού των πρωτόγονων κοινωνιών και , σε κάποιο βαθμό, αυτά των παραδοσιακών κοινωνιών δεν συγκροτούν μια ηθική τάξη αυτή καθ΄ αυτή. Οι αξίες και τα ταμπού μιας κοινωνίας αναπαράγονται σε κάθε πράξη της κοινωνικής ζωής. Καθώς η δουλειά και η ιδιωτική ζωή αντιτίθενται όλο και πιο ριζικά, το ζήτημα των κοινωνικών ηθών ήρθε στο προσκήνιο και -στην Ευρώπη του 19ου αιώνα- οξύνθηκε, με ό,τι η αστική τάξη αποκαλούσε «επικίνδυνες τάξεις»,. Από τη μία μεριά ο εργάτης πρέπει να θεωρείται ελεύθερος για να πάει στη δουλειά (ούτως ώστε να δικαιολογηθεί η ελευθερία του καπιταλιστή να του αρνηθεί τη δουλειά) και, από την άλλη, η ηθική τάξη έπρεπε να τον εξασφαλίσει τεχνητά λέγοντάς του ότι δεν είναι καλό να μεθάει και ότι η δουλειά είναι η αξιοπρέπειά του. Η ηθική τάξη υπάρχει μόνο γιατί υπάρχουν ήθη, ένας τομέας τον οποίο η κοινωνία θεωρητικά αφήνει στο άτομο αλλά τον οποίο συνεχώς θεσπίζει νομοθετικά από τα έξω.

Ο νόμος, πρώτα θρησκευτικός και μετά της πολιτείας, είναι περιφρονητέος. Αυτή είναι η διαφορά με τον κομμουνισμό, όπου δεν υπάρχει ανάγκη για έναν απαραβίαστο νόμο τον οποίο όλοι ξέρουν ότι δε θα σεβαστούν. Όχι απολυτότητες, εκτός ίσως από την πρωταρχικότητα του είδους, δηλαδή την επιβίωσή του.[v] Όχι υποτιθέμενα παγκόσμιοι κανόνες. Όπως ο νόμος, όπως η ιδεολογία όλες οι ηθικές τάξεις αιτιολογούνται μετά το γεγονός. Θεωρούνται και φέρονται ως η θεμελίωση της κοινωνικής ζωής, αλλά μένουν χωρίς θεμελίωση οι ίδιες, βασισμένες μόνο στο θεό, τη φύση, τη λογική, την κοινωνική πρόνοια κ.ά. , μία θεμελίωση δηλαδή η οποία θεωρείται αυταπόδεικτη και μη αμφισβητήσιμη.

Στον κομμουνισμό, οι κανόνες τους οποίους οι άνθρωποι θα έβαζαν στη ζωή τους (με τρόπους τους οποίους δεν μπορούμε να προβλέψουμε) θα προέρχονται από την κομμουνιστική κοινωνικότητα. Δεν θα αποτελούν μία ηθική τάξη, καθώς δεν θα επικαλούνται μία ψευδεπίγραφη παγκόσμια ισχύ στο χώρο και το χρόνο. Οι κανόνες του παιχνιδιού θα περικλείουν την πιθανότητα του να παίζεις με τους κανόνες του παιχνιδιού.

«Η εξέγερση είναι ένα είδος αισιοδοξίας το οποίο είναι ελάχιστα λιγότερο απεχθές από το σύνηθες. Για να είναι πιθανή μια εξέγερση, πρέπει να υποτεθεί η πιθανότητα μίας πρόσφορης αντίδρασης. Με άλλα λόγια, ότι υπάρχει μία προτιμότερη τάξη των πραγμάτων προς την οποία πρέπει να αγωνιστούμε. Η εξέγερση, ως κάτι αυτοτελές, είναι επίσης κάτι το αισιόδοξο – στην ουσία υπόσχεται ότι η αλλαγή, η αταξία θα είναι ικανοποιητική. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει κάτι που να είναι ικανοποιητικό.

Ερώτηση: «Κατά την άποψη σας, είναι η αυτοκτονία απλά λιγότερο κακή;»

«Ακριβώς, λιγότερο κακή και σχετικά καλύτερη απ’ το να έχεις ένα επάγγελμα ή να έχεις έναν ηθικό κώδικα.» (Jacques Rigaut[vi], όπως κατέθεσε στο “Barres Affair,” 1921, Ecrits)

Όλη η μηδενιστική φιλολογία έχει εξελίξει τον τρόπο σκέψης αυτού που σπάει τζαμαρίες, αυτού δηλαδή που αντιστέκεται σε κάθε κοινωνική σύνδεση και ο οποίος, ως αναγκαστική απόρροια αυτού, έχει προτίμηση προς το θάνατο. Αλλά η όμορφη μουσική των μηδενιστικά σκεπτόμενων ποτέ δεν απέτρεψε τους περισσότερους απ’ αυτούς απ’ το να ξεπέσουν στην ταραχή της καθημερινής ζωής σε κάποια αξιοσέβαστη ηλικία. Αυτή η αντίφαση υποστηρίζει την ιδέα ότι ο απλά ασυμβίβαστος είναι μόνο ένας λογοτεχνικός μύθος. Όσο για αυτούς που σπάνια, επιλέγουν (όπως έκανε ο Rigaut) το τελευταίο καταφύγιο της αυτοκτονίας, όπως ο Genet[vii], ο οποίος γεύτηκε την πλήρη υποβάθμιση, αυτοί έζησαν αυτόν τον μύθο όπως ένα πάθος. Αλλά και εάν αυτό αληθεύει και για παράδειγμα ακόμη και αν ο αδιάλλακτος μυστικισμός έχει υπάρξει, αυτό δεν αποδεικνύει την ύπαρξη του Θεού. Αυτοί οι «ανυπότακτοι» χαρακτηρίζονται από έναν ελιτισμό εκ γενετής. Το χειρότερο δεν είναι ότι θεωρούν εαυτούς ανώτερους από τους άλλους, αλλά ότι θεωρούν ότι είναι διαφορετικοί από την υπόλοιπη ανθρωπότητα. Τοποθετούν τον εαυτό τους ως παρατηρητή ενός κόσμου απ’ τον οποίο αυτοί είναι διαχωρισμένοι – αλλά η συμμετοχή προϋποθέτει την κατανόηση. Μένοντας έξω απ ’αυτό, θα την αποκτήσουν, λόγω «διαύγειας». Αλλά, όπως εξηγεί ο Bataille, εμπίπτουν στο χειρότερο λάθος:

«…δεν έχω δει ποτέ ύπαρξη με τέτοια αφηρημένη περιφρόνηση σαν του μόνου ανθρώπου.»(Œeuvres)

«είναι η ανθρώπινη αναταραχή, με τη ανυποληψία και τη ωμότητα όλων των μεγάλων και μικρών αναγκών (απαιτήσεών) της, με την οξεία απέχθεια της για τους μπάτσους που την καταστέλλουν – είναι η ξέφρενη δραστηριότητα όλων των ανθρώπων (εκτός της αστυνομίας και των φίλων της) και είναι αυτή η μόνη δραστηριότητα που διαμορφώνει την επαναστατική νοοτροπία ενάντια στην αστική»

Ο μύθος του ασυμβίβαστου έχει κατά καιρούς καλύψει την επαναστατική θεωρία – δείτε την έκνομη γοητεία των καταστασιακών γενικά και του Lacenaire[viii] συγκεκριμένα, με επίτομο έργο την τελευταία απαίσια ταινία του Debord[ix]. Αλλά εάν αυτός ο μύθος πρέπει να τεθεί υπό κριτική, είναι επίσης επειδή είναι η άλλη όψη της ταξικής κοινωνικής παραγωγής γοητευτικών τεράτων, και έτσι τείνει να την επιβεβαιώσει.

Σε αυτή τη θάλασσα από ζόμπι στην οποία κολυμπάμε, ένα ρίγος πάθους μας διαπερνά, όταν ένα εντελώς ξένο ον σερβίρεται στους πολίτες κάτι που μοιάζει με άνθρωπο, η ανθρωπινότητα του οποίου όμως αμφισβητείται. Για τους Ναζί, είναι οι Εβραίοι. Για τους αντιφασίστες, οι Ναζί. Για τις σύγχρονες μάζες, είναι ο τρομοκράτης, ο γκάνγκστερ, ο παιδοκτόνος. Όταν τελικά έρχεται η ώρα να κυνηγήσεις αυτά τα τέρατα και να αποφασίσεις για την τιμωρία τους, το πάθος οπισθοχωρεί και εμφανίζεται αυτό που κρύβεται πίσω από τις φαντασιώσεις – και τις οποίες δεν αντιλαμβανόμαστε. Μπορείς μόνο να μετανιώσεις που αυτή η παθιασμένη σου φαντασίωση είναι αυτό το «βεβαιωμένα» μη ανθρώπινο τέρας, ο Ναζί εκτελεστής.

Δε θα μπορούσε ποτέ κάποιος να αναγκαστεί να σεβαστεί ένα νόμο που βρίσκεται σε αντίθεση με τον τρόπο λειτουργίας των ανθρώπινων σχέσεων. Ποτέ ο φόνος δε θα μπορούσε να αποφευχθεί όσο θα υπάρχει λόγος για να σκοτώσεις. Ποτέ δε θα μπορούσαν να προληφθούν οι ληστείες όσο υπάρχουν ανισότητες και όσο το εμπόριο είναι βασισμένο στην κλεψιά. Συνεπώς ορίστε δύο παραδείγματα εστιάζοντας σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Περισσότερο από αυτό, εξορκίζουμε το κομμάτι του εαυτού μας που θα ήθελε να είναι ο εκτελεστής αυτού του ανυπεράσπιστου κορμιού του βιαστή-παιδοκτόνου. Το μερίδιο φθόνου για τις γεμάτες μίσος κραυγές του πλήθους δε χρειάζεται πια να επιδεικνύεται. Είναι ξεκάθαρο άλλωστε ακόμη και στα εντελώς μυωπικά μάτια του δημοσιογράφου.

Ο κομμουνισμός, από την άλλη, είναι μία κοινωνία χωρίς τέρατα, επειδή κάθε άνθρωπος θα αναγνωρίσει τελικά στις επιθυμίες και τις πράξεις των άλλων, όσο το δυνατόν περισσότερες πιθανές μορφές των δικών του επιθυμιών και της δικής του ανθρώπινης ύπαρξης. «Το ανθρώπινο ον είναι στην πραγματικότητα η συνύπαρξη» (Μαρξ).Ο όρος «όν στην ολότητα», ή συλλογικό όν, εκφράζει την κίνησή μας καλύτερα από τον όρο κομμουνισμός, που είναι σχετισμένος με τον κολεκτιβισμό πραγμάτων. Η δήλωση του Μαρξ αξίζει περισσότερης ανάπτυξης, και θα επανέλθουμε αργότερα. Προς το παρόν, είναι επαρκές να προσέξουμε την κριτική του αστικού ουμανισμού που περιέχεται σ’ αυτή την φράση. Παρόλο που, χάρη στην παρέμβαση του πολιτισμού, καθένας μπορεί να είναι ο τίμιος άνθρωπος τύπου Montaigne[x],ο κομμουνιστής γνωρίζει πρακτικά ότι θα είναι όπως είναι γιατί ακριβώς όλοι οι υπόλοιποι υπάρχουν όπως υπάρχουν.

Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι καμιά επιθυμία δεν πρέπει να καταπνίγεται. Η καταπίεση και η εξιδανίκευση σε κρατούν από το να βυθιστείς στην άρνηση της διαφορετικότητας. Όμως ο κομμουνισμός είναι μία κοινωνία χωρίς εγγυήσεις αλλά με ελεύθερη αλληλεπίδραση των παθών και των αναγκών, ενώ η καπιταλιστική κοινωνία ωρύεται για ασφάλεια και θα ήθελε να έχει μία εγγύηση για κάθε γεγονός στη ζωή, συμπεριλαμβανομένου και του θανάτου. Όλα τα πιθανά ρίσκα και οι κίνδυνοι πρέπει να τεθούν υπό τον μανδύα της ασφάλειας, εκτός από «περιπτώσεις απόλυτης ανάγκης» -όπως ο πόλεμος και η επανάσταση- αν και ακόμα και εκεί…Το μόνο γεγονός το οποίο ο καπιταλισμός δε μπορεί να διασφαλίσει ότι δε θα γίνει, είναι η δική του εξαφάνιση.

Όταν κάποιος ξεκινάει μια παγκόσμια κριτική, το να παραμείνει μόνο σε θεωρητικό επίπεδο είναι απαράδεκτο. Υπάρχουν περίοδοι κατά τις οποίες η ανατρεπτική δράση είναι σχεδόν απόλυτα περιορισμένη στο γράψιμο φυλλαδίων και το μοίρασμά τους. Η ανησυχία μας έγκειται σε αυτό το «σχεδόν». Για να συνεχίσεις να έχεις μία σαφή εικόνα για τον κόσμο, πρέπει να διακατέχεσαι από μια ένταση την οποία είναι δύσκολο να διατηρήσεις, καθώς αυτή απαιτεί άρνηση, μία τάση περιθωριοποίησης, και βαθιά αποστείρωση. Αυτή η άρνηση, αυτή η τάση περιθωριοποίησης και η στειρότητα συνεισφέρουν στη διατήρηση του πάθους αλλά και το μετατρέπουν σε μισάνθρωπη πικρία ή διανοητική μανία. Καμία κοινωνική δραστηριότητα δεν θεωρείται αυταπόδεικτη για κάποιον που αρνείται την καπιταλιστική οργάνωση του κόσμου. Ούτε καν η απόδειξη βιολογικών δεδομένων δεν εξαιρείται από αυτό το βάσανο! Η συμμετοχή στην αναπαραγωγική διαδικασία του είδους φαίνεται ύποπτη για αυτόν – πώς μπορεί κάποιος να αναπαράγεται και να πληθαίνει σε έναν τέτοιο κόσμο όσο δεν υπάρχει η πιθανότητα να τον μεταμορφώσουμε στο κοντινό μέλλον;

Παρ’ όλα αυτά, εκτός από συγκεκριμένες αρχές – μη συμμετοχή στο μηχανισμό της αμηχανίας και της καταστολής (ούτε μπάτσος ούτε star), όχι στο κυνήγι της καριέρας- δεν μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι μπορεί να προσδιορίσει επακριβώς και μόνιμα τις μορφές της άρνησης. Για τη ριζοσπαστική κριτική, δεν υπάρχει αξιοπρεπής συμπεριφορά. Υπάρχουν απλά κάποια πράγματα λιγότερο αξιοπρεπή από κάποια άλλα και συγκεκριμένες συμπεριφορές που λοιδορούν την θεωρία. Η ψευδαίσθηση του να θεωρείς τον εαυτό σου επαναστάτη σε μία μη επαναστατική περίοδο… Αυτό που μετράει είναι λιγότερο το αποτέλεσμα της αντίφασης – αναπόφευκτα βαρύτατα κατακερματισμένο – από την ίδια την αντίφαση, την τάση προς άρνηση.

Τι νόημα έχει το να ασκείς κριτική στη ρυπαρότητα των ηθών εάν αυτά πρέπει να παραμείνουν; Ο τρόπος ζωής μας έχει νόημα μόνο με σεβασμό στον κομμουνισμό. Σε απάντηση στην αναφορά του Cioran η οποία άνοιξε αυτό το θέμα, πρέπει να ειπωθεί ότι ο αληθινά αβάσταχτος ιδρώτας και οι αληθινά αβάσταχτες καταστροφές είναι αυτές που δεν ανήκουν σε μας, αυτές που εναποθέτει ο κόσμος επάνω μας. Η μόνη δικαιολογία που βρίσκουμε στο θάνατό μας από το χρόνο είναι η υπόσχεση της ιστορίας να μας ανταμείψει. Το νόημα του τρόπου ζωής μας έγκειται στην πιθανότητα ότι η κοινωνική συνοχή εξασφαλίζεται μόνο από τον εαυτό της, και ότι αυτό θα πετύχει!

Εάν η κοινωνική κρίση χειροτερεύσει, θα υπάρχει όλο και λιγότερος χώρος για ρεφορμιστικές επιλογές. Το να φωνάζεις για «λίγο λιγότερη αστυνόμευση» δε θα είναι εφικτό. Η επιλογή θα είναι όλο και περισσότερο μεταξύ αυτού που υπάρχει τώρα και της καθόλου αστυνόμευσης. Τότε η ανθρωπότητα θα κληθεί να δείξει εάν αγαπάει την ελευθερία ή όχι.

Έρωτας. Έκσταση. Έγκλημα. Τρία ιστορικά παράγωγα μέσω των οποίων η ανθρωπότητα έχει βιώσει, και ακόμη βιώνει την εφαρμογή των συναισθημάτων και τις σχέσεις. Έρωτας: συνέπεια της μη διαφορετικότητας και του γενικευμένου εγωισμού, που ψάχνει καταφύγιο σε λίγα όντα που έχουν το πλεονέκτημα της επιλογής και της αναγκαιότητας. Είναι το αδύνατο του έρωτα για την ανθρωπότητα που βρίσκει μία φτηνή δικαιολογία για διέξοδο σε μια χούφτα άτομα. Έκσταση: μία σύντομη απόδραση από τα κοσμικά, τα κοινότυπα, και προς τα ιερά. Μια τάση για φυγή την οποία η θρησκεία αμέσως αιχμαλώτισε και έβαλε σε πλαίσια. Έγκλημα: η μόνη διέξοδος όταν η νόρμα δεν μπορεί πια να γίνει σεβαστή ή να πείσει.

Ο έρωτας, η ιερότητα και το έγκλημα είναι τρόποι να δίνεις νόημα στο παρόν δραπετεύοντας από αυτό. Θετικά ή αρνητικά, τα τρία αυτά περιέχουν έλξη και απώθηση, σε μια σχέση έλξης και απόρριψης με αλληλοσεβασμό. Ο έρωτας δοξάζεται αλλά προκαλεί καχυποψία. Το ιερό από τη φύση του απειλείται με βεβήλωση -καλούμενο να την εμποδίσει και την ίδια ώρα ισχυροποιώντας τον εαυτό του. Το έγκλημα τιμωρείται αλλά και συνεπαίρνει.

Τα τρία αυτά όπως επιφανειακά έχουν διαμορφωθεί από την μέχρι τώρα καθημερινότητα δεν θα γενικευθούν ακόμη περισσότερο αλλά θα καταργηθούν από τον κομμουνισμό. Κάθε μορφή ζωής (συλλογική ή ατομική) προϋποθέτει όρια. Αλλά ο κομμουνισμός θα είναι χωρίς ηθική καθώς δεν θα χρειάζεται έτοιμες νόρμες, εξωγενείς ως προς την κοινωνική ζωή. Τρόποι ζωής και μοντέλα συμπεριφοράς θα κυκλοφορούν, όχι χωρίς συγκρούσεις και βία. Θα μεταδίδονται, θα τροποποιούνται και θα παράγονται ταυτόχρονα με τις κοινωνικές σχέσεις. Ως απόλυτη διαφοροποίηση του εσωτερικού με το μακρινό, η ιερότητα θα ξεθωριάσει. Με αυτό τον τρόπο, η θρησκεία δε θα έχει πια τη θέση της, ούτε οι θρησκείες των παλιών χρόνων ούτε οι σύγχρονες που δεν έχουν θεούς αλλά μόνον δαίμονες προς απομάκρυνση από την κοινωνία. Η ελευθερία του ανθρώπου, η ικανότητά του να διαμορφώνει μόνος του το περιβάλλον του, τον τοποθετούν ήδη πέρα από τον εαυτό του. Μέχρι τώρα, η ηθική τάξη, όλες οι ηθικές τάξεις -και ακόμη πιο ύπουλα όταν δεν παρουσιάζονται ως τέτοιες- καθιστούν αυτή την υπέρβαση καταστροφική για το ανθρώπινο όν. Ο κομμουνισμός δεν θα κατεδαφίσει το «μαγικό βουνό». Θα κάνει ό,τι είναι δυνατό ούτως ώστε να μην του επιβληθεί αυτό. Θα δημιουργήσει και θα πολλαπλασιάσει τους μακρινούς ορίζοντες και την ευχαρίστηση του να χάνεσαι μέσα σ’ αυτούς, καθώς επίσης και τη δυνατότητα να καλλιεργήσεις νέους, η οποία ανατρέπει τη «φυσική» υποταγή σε οποιαδήποτε παγκόσμια ηθική ή άλλη τάξη πραγμάτων έχει υπάρξει και θα υπάρξει.


[i] [Σ.τ.μ.]: Emil Cioran (1911-1995). Ρουμάνος συγγραφέας και φιλόσοφος, με ανθρωπιστικές και φιλοσοφικές σπουδές (εργασίες σχετικά με τους Heidegger, Kant, Nietzsche, Schopenhauer, Bergson). Υπερασπίστηκε το χιτλερισμό (σπούδαζε με υποτροφία στο πανεπιστήμιο του Βερολίνου το 1933) και τον ιταλικό φασισμό, θέσεις τις οποίες ωστόσο αποκήρυξε αργότερα και προσπάθησε να αφαιρέσει από την επανέκδοση του βιβλίου του “Schimbarea la faţă a României” («Η μεταμόρφωση της Ρουμανίας») στη Γαλλία όπου και συνέχισε να ζει. Το “Précis de décomposition” (“A Short History of Decay”) είναι το πρώτο βιβλίο που έγραψε στα γαλλικά και βραβεύτηκε με το βραβείο Rivarol . Τα γραπτά του προκάλεσαν το ενδιαφέρον τόσο για τη μορφή και τον λυρισμό τους όσο και για το περιεχόμενο, που πέρα από τον πεσιμισμό τους έχουν πρώιμα υπαρξιστικά στοιχεία, όπως αργότερα παρουσιάστηκαν από το Sartre ή τον Camus (ανθρώπινη αποξένωση κ.λ.π.).

[ii] [Σ.τ.μ.]: Karl Marx, Jenny von Westfalen, Friedrich Engels!

[iii] [Σ.τ.μ.]: Στο έργο του Shakespeare «Ο έμπορος της Βενετίας», ο Shylock ένας στερεότυπος χαρακτήρας εβραίου τοκογλύφου απαιτεί «ένα κιλό σάρκα» για πληρωμή.

[iv] Το La Révolution surréaliste ήταν μια περιοδική έκδοση των σουρεαλιστών του Παρισιού, από την οποία εκδόθηκαν 12 τεύχη μεταξύ 1924 και 1929. Ο André Breton λίγο μετά την έκδοση του Μανιφέστου του Σουρεαλισμού, εξέδωσε και το πρώτο τεύχος της το Δεκέμβρη του 1924. Οι Pierre Naville και Benjamin Péret αρχικοί υπεύθυνοι της έκδοσης διαμόρφωσαν τη μορφή της με βάση το συντηρητικό επιστημονικό περιοδικό La Nature, δημιουργώντας έτσι μια κάποιου είδους «απάτη» που συνέβαλλε στο σκανδαλώδη χαρακτήρα της έκδοσης. Αν και η ύλη του περιοδικού ήταν κυρίως γραπτή, περιείχε και αναπαραγωγές έργων τέχνης καλλιτεχνών όπως οι Giorgio de Chirico, Max Ernst, André Masson και Man Ray. Στο 3 τεύχος το οποίο τιτλοφορούνταν «Το Τέλος της Χριστιανικής Περιόδου», περιείχε ένα ανοιχτό γράμμα του Antonin Artaud προς στον πάπα, στο οποίο εκφράζονται αντικληρικές και αντιθρησκευτικές απόψεις συνήθεις για τον προσανατολισμό του περιοδικού.

[v] [Σ.τ.μ.]: Εδώ υπάρχει μάλλον μία αντίφαση με την προηγούμενη δήλωση του Dauvé σχετικά με «το ρίσκο που παίρνει η ανθρωπότητα να αυτοαφανιστεί»…

[vi] [Σ.τ.μ.]: Jacques Rigaut (1898 – 1929). Γάλλος σουρεαλιστής, μηδενιστής ποιητής, μέλος του ντανταϊστικού ρεύματος. Αυτοκτόνησε το 1929 σε ηλικία 30 ετών όπως και είχε ανακοινώσει.

[vii] [Σ.τ.μ.]: Jean Genet (1910-1985). Γάλλος συγγραφέας και αργότερα ακτιβιστής. Στη παιδική του ηλικία δόθηκε σε ανάδοχη οικογένεια από τη μητέρα του που ήταν πόρνη. Αν και αναφέρεται ότι έλαβε ιδιαίτερη φροντίδα από την οικογένεια αυτή και είχε καλή σχολική απόδοση επιχείρησε να το σκάσει πολλές φορές και έκανε μικροκλοπές ενώ στα 15 του μπήκε σε αναμορφωτήριο και στα 18 κατατάχτηκε στη Λεγεώνα των Ξένων. Μέχρι το ‘49 είχε γράψει 5 μυθιστορήματα, 3 θεατρικά και αρκετά ποιήματα τα οποία ήταν απαγορευμένα στις Η.Π.Α. για την προκλητική παρουσίαση της ομοφυλοφιλίας και της παραβατικότητας ενώ έπειτα επηρεάστηκε από τον υπαρξισμό του Sartre. Μετά το ‘68 αρχίζοντας με ένα φόρο τιμής στον Cohn-Bendit έγινε πολιτικά ενεργός γράφοντας άρθρα και συμμετέχοντας σε δράσεις και διαμαρτυρίες που αφορούσαν πολιτικούς κρατούμενους, πρόσφυγες, την εισβολή της Γαλλίας στην Αλγερία, τη σφαγή στη Sabra και Shatila, ενώ σε έργα του παραθέτει και τις εμπειρίες από επισκέψεις στην Ιορδανία, στις Η.Π.Α. (όπου έδωσε διαλέξεις μετά από πρόσκληση από τους Μαύρους Πάνθηρες), και σε προσφυγικούς καταυλισμούς στην Παλαιστίνη.

[viii] [Σ.τ.μ.]: Pierre François Lacenaire (1800 – 1836) γάλλος ποιητής και παράνομος. Μετά το τέλος των σπουδών του με άριστες επιδόσεις, κατατάχτηκε στο στρατό, από όπου και έφυγε το 1829 κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του Morée. Μετά μπαινόβγαινε στη φυλακή όπου και ήταν το «πανεπιστήμιο του εγκλήματος» όπως την αποκαλούσε. Όσο ήταν στη φυλακή στρατολόγησε και τους ακόλουθους του Victor Avril και François Martin. Ο Ντοστογιέφσκι έγραψε το «Έγκλημα και Τιμωρία» εμπνευσμένος από την ιστορία του Lacenaire, όπου το έγκλημα του ήρωά του είναι αντιγραφή του φόνου του Lacenaire σχεδόν σε κάθε λεπτομέρεια. Ο Marcel Carné τον παρουσιάζει στην πολύ γνωστή ταινία του “Les Enfants du Paradis” (Τα παιδιά του παραδείσου).

[ix] [Σ.τ.μ.]: Αναφέρεται στο έργο In Girum Imus Nocte Et Consumimurm Igni, (Κάνουμε κύκλους μέσα στη νύχτα και η φωτιά μας καταβροχθίζει) γυρισμένο το 1979. Η ταινία είναι διαθέσιμη στο διαδικτυακό τόπο: www.blacktracker.gr. «Ο Guy The Bore [Σ.τ.Μ.: Γκυ ο Βαρετός] είναι ο σωσίας του Γκυ Ντεμπόρ, είναι ο Ντεμπόρ που έφτασε σε τέτοιο βαθμό αυτοενατένισης ώστε να έχει καταλήξει καθαρή εικόνα. Κατά τη γνώμη μας η deboredom (η ανία που προκαλεί ο Ντεμπόρ) κατέλαβε ολοκληρωτικά το χαρακτήρα της μετά την ταινία In Girum Imus Nocte Et Consumimurm Igni (1979), στην οποία η αυτοενατένιση ικανοποιούσε μια λυρική απαίτηση και δεν αποδεικνυόταν ανιαρή, de(boring). Έκτοτε, όπως θα εξηγήσουμε στη συνέχεια, κάθε κείμενο του Βαρετού Γκυ διακατεχόταν από μνησικακία (εκείνο το συναίσθημα που αναδιπλώνεται στον εαυτό του, που καταλήγει σε ένα συγκινησιακό βραχυκύκλωμα). Η deboredom ήταν παρούσα ήδη από τα χρόνια της I.S., αλλά απαλυνόταν από την αναγνώριση συλλογικών επαναστατικών αναγκών και επιθυμιών.» [υποσημείωση στο βιβλίο «Ο Γκυ Ντεμπόρ είναι πραγματικά νεκρός», Luther Blisset, εκδόσεις Οξύ, 2000]. Για μια πιο ολοκληρωμένη κριτική στην Καταστασιακή Διεθνή από τον Dauvé δείτε το κεφάλαιο «κριτική της Καταστασικής Διεθνούς» στο βιβλίο «Ζιλ Ντωβέ, Έκλειψη και επανεμφάνιση του κομμουνιστικού κινήματος», εκδόσεις Κόκκινο Νήμα, 2002.

[x] [Σ.τ.μ.]: Michel Eyquem de Montaigne-Delecroix (1533-1592). Γάλλος συγγραφέας της αναγέννησης που ασχολήθηκε με τη συγγραφή πραγματειών που είχαν ως σκοπό την περιγραφή του ανθρώπου στα πιο βασικά του χαρακτηριστικά, μέσω της χρήσης πολλών υποκειμενικών αναφορών. Οι πραγματείες χαρακτηρίζονται από σκεπτικισμό, μια αποστροφή προς τα έντονα συναισθήματα (όπως ο έρωτας) και μια απομάκρυνση από τα επίγεια με σκοπό την προετοιμασία για το θάνατο. Είχε σημαντική επιρροή σε μεταγενέστερους συγγραφείς όπως οι Shakespeare, Nietzsche, Rousseau κ.α.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: